Προσδιορισμός TNF-α και CEA στο πλευριτικό υγρό και στο αίμα ασθενών με υπεζωκοτική συλλογή

Προβολή/ Άνοιγμα
Συγγραφέας
Οικονομίδη, Σμαράγδα-Ελένη Δ.Όνομα Επιβλέποντος
Γουργουλιάνης, Κωνσταντίνος Ι.
Ημερομηνία
2005Γλώσσα
el
Πρόσβαση
ελεύθερη
Επιτομή
Σκοπός της εργασίας ήταν να εκτιμηθεί ο ρόλος του καρκινοεμβρυϊκού αντιγόνου
(CEA) και του παράγοντα νέκρωσης όγκων (TNF-alpha) στη διαφοροδιάγνωση των
υπεζωκοτικών συλλογών.
Με χρήση ανοσοπροσροφητικής δοκιμασίας στερεάς φάσεως (ELISA) και
ανοσοαντίδρασης ηλεκτροχημειοφωταύγειας (ECL), οι συγκεντρώσεις του TNF-a
και CEA αντίστοιχα, μετρήθηκαν στο πλευριτικό υγρό και τον ορό ασθενών με
κακοήθη υπεζωκοτική συλλογή (η=57), με φυματίωση (π=25), με παραπνευμονική
συλλογή (η=15) και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (η=27).
Τα επίπεδα του CEA βρέθηκαν σημαντικά αυξημένα στο πλευριτικό υγρό ασθενών
με κακοήθη υπεζωκοτική συλλογή σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες ασθενών
(ρ<0.05). Σύμφωνα με τη ROC ανάλυση και οριακή τιμή τα 2.49 ng/mL, η
ευαισθησία του έφθασε το 68.4% και η ειδικότητά του το 92.3%. Η συγκέντρωση του
TNF-a στο πλευριτικό υγρό βρέθηκε σημαντικά αυξημένη στους ασθενείς με
εξιδρωματική υπεζωκοτική συλλογή σε σχέση με τους ασθενείς με διιδρωματική
υπεζωκοτική συλλογή (ρ=0.0018). Ιδιαίτερα σημαντική αύξηση παρουσίασε στην
ομάδα ασθενών με φυματίωση σε σχέση με τις υπόλοιπες ομάδες ασθενών
(ρ=0.0001). Η ευαισθησία και η ειδικότητα του TNF-a στη διάκριση της
φυματιώδους πλευρίτιδας από τις άλλες ομάδες, με όριο τα 88.1 pg/mL, έφθασε το
96% και 87.9% αντίστοιχα, ενώ με όριο την ίδια τιμή, παρουσίασε επίσης υψηλή
ευαισθησία (96%) και ειδικότητα (93%) στη διάκριση των λεμφοκυτταρικών
υπεζωκοτικών συλλογών. Η συγκέντρωσή του στον ορό δεν παρουσίασε σημαντική
διαφορά για τις τέσσερις κατηγορίες ασθενών (ρ>0.05).
Συμπερασματικά φαίνεται ότι, η χαμηλή ευαισθησία του CEA το καθιστά ενδεικτικό
και όχι διαγνωστικό εργαλείο στη διάκριση κακοηθών υπεζωκοτικών συλλογών. Τα
σημαντικά αυξημένα επίπεδα του TNF-a στο πλευριτικό υγρό ασθενών με
φυματίωση, υποδεικνύουν το ρόλο του στη διαφοροδιάγνωση της φυματιώδους από
άλλες αιτίες υπεζωκοτικών συλλογών, αλλά και στο διαχωρισμό του διιδρώματος από
το εξίδρωμα, ενώ επίσης μπορεί να διακρίνει τις λεμφοκυτταρικές υπεζωκοτικές
συλλογές με υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα.
Ακαδημαϊκός Εκδότης
Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Σχολή Επιστημών Υγείας. Τμήμα Βιοχημείας και Βιοτεχνολογίας.